ビリッと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με ένα σχίσιμο, σκίζοντας με δύναμη, δονούμενος, βουίζοντας, σαν ηλεκτρική εκκένωση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ビリッとする
- Παρόν (ευγενικό)
- ビリッとします
- Άρνηση (απλή)
- ビリッとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- ビリッとしません
- Παρελθόν (απλό)
- ビリッとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ビリッとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ビリッとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ビリッとしませんでした
- Τε-μορφή
- ビリッとして
- Δυνητική
- ビリッとできる
- Προστακτική
- ビリッとしろ
- Βουλητική
- ビリッとしよう
- Υποθετική (ば)
- ビリッとすれば
- Υποθετική (たら)
- ビリッとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- ビリッとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- ビリッとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- ビリッとしなさい
- Παθητική
- ビリッとされる
- Αιτιατική
- ビリッとさせる