ボツる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη απορρίπτω (ημιτελή έργα, ειδικότερα εικονογραφήσεις), απορρίπτω, βάζω στο ράφι, ακυρώνω (σχέδια κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ボツる
- Παρόν (ευγενικό)
- ボツります
- Άρνηση (απλή)
- ボツらない
- Άρνηση (ευγενική)
- ボツりません
- Παρελθόν (απλό)
- ボツった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ボツりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ボツらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ボツりませんでした
- Τε-μορφή
- ボツって
- Δυνητική
- ボツれる
- Προστακτική
- ボツれ
- Βουλητική
- ボツろう
- Υποθετική (ば)
- ボツれば
- Υποθετική (たら)
- ボツったら
- Επιθυμητική (~たい)
- ボツりたい
- Απαγορευτική (~な)
- ボツるな
- Προστακτική (ευγενική)
- ボツりなさい
- Παθητική
- ボツられる
- Αιτιατική
- ボツらせる