いちてい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναστολή, παύση, προσωρινή διακοπή, μορατόριουμ
  2. 02 ακινητοποίηση (σε διασταύρωση, ισόπεδη διάβαση κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
一時停止する
Παρόν (ευγενικό)
一時停止します
Άρνηση (απλή)
一時停止しない
Άρνηση (ευγενική)
一時停止しません
Παρελθόν (απλό)
一時停止した
Παρελθόν (ευγενικό)
一時停止しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一時停止しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一時停止しませんでした
Τε-μορφή
一時停止して
Δυνητική
一時停止できる
Προστακτική
一時停止しろ
Βουλητική
一時停止しよう
Υποθετική (ば)
一時停止すれば