nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 荒
荒

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 9 πινελιές | Ρίζα: 艸 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 ερημωμένος
  2. 02 τραχύς
  3. 03 αγενής
  4. 04 άγριος

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

コウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

あ.らす、あ.れる、あら.い、すさ.ぶ、すさ.む、あ.らし

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 荒い τραχύς, άγριος, βίαιος, αγενής, χοντροκομμένος, σκληρός, βαρύς (π.χ. για αναπνοή)
  • 荒れる φουρτουνιάζω, αγριεύω (για τη θάλασσα)
  • 荒らす ρημάζω, καταστρέφω, προκαλώ ζημιά
  • 荒々しい τραχύς, άγριος, αγενής, σκληρός, απότομος, βίαιος
  • 荒野 άγονος τόπος, ερημιά, ακατοίκητη γη, λιβάδι, απέραντη πεδιάδα, άγρια φύση, έρημος, άγρια έκταση
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων