うわ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τελικό στρώμα (χρώματος, σοβά, βερνικιού κ.λπ.), φινίρισμα, υάλωση
  2. 02 προσθήκη περισσότερων από το ίδιο (για κάτι αρνητικό, π.χ. ντροπή)

Κλίση

Παρόν (απλό)
上塗りする
Παρόν (ευγενικό)
上塗りします
Άρνηση (απλή)
上塗りしない
Άρνηση (ευγενική)
上塗りしません
Παρελθόν (απλό)
上塗りした
Παρελθόν (ευγενικό)
上塗りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
上塗りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
上塗りしませんでした
Τε-μορφή
上塗りして
Δυνητική
上塗りできる
Προστακτική
上塗りしろ
Βουλητική
上塗りしよう
Υποθετική (ば)
上塗りすれば