丸呑み
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κατάποση ολόκληρου, κατάποση χωρίς μάσημα
- 02 κατάποση (μιας ιστορίας), άκριτη πίστη, τυφλή αποδοχή, αποδοχή χωρίς πλήρη κατανόηση, απομνημόνευση χωρίς κατανόηση
- 03 ανεπιφύλακτη αποδοχή (μιας πρότασης, απαίτησης κ.λπ.), αποδοχή ως έχει
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 丸呑みする
- Παρόν (ευγενικό)
- 丸呑みします
- Άρνηση (απλή)
- 丸呑みしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 丸呑みしません
- Παρελθόν (απλό)
- 丸呑みした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 丸呑みしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 丸呑みしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 丸呑みしませんでした
- Τε-μορφή
- 丸呑みして
- Δυνητική
- 丸呑みできる
- Προστακτική
- 丸呑みしろ
- Βουλητική
- 丸呑みしよう
- Υποθετική (ば)
- 丸呑みすれば
- Υποθετική (たら)
- 丸呑みしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 丸呑みしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 丸呑みするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 丸呑みしなさい
- Παθητική
- 丸呑みされる
- Αιτιατική
- 丸呑みさせる