nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 呑
呑

7 πινελιές | Ρίζα: 口 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 πίνω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

トン、ドン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

の.む

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 息を呑む αιφνιδιάζομαι, μένω άναυδος (από έκπληξη, θαυμασμό κ.λπ.), κόβεται η ανάσα μου, καταπίνω την ανάσα μου
  • 呑気 άνετος, χαλαρός, ανέμελος, ξένοιαστος, αισιόδοξος, ράθυμος, απρόσεκτος, αστόχαστος
  • 剣呑 επικίνδυνος, αβέβαιος, ανασφαλής
  • 鵜呑みにする καταπίνω αμάσητο (π.χ. μια ιστορία), αποδέχομαι αβασάνιστα
  • 固唾を呑む κρατώ την ανάσα μου (από φόβο, αγωνία κ.λπ.)
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων