人使いが荒い
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξαντλητικός στη διαχείριση προσωπικού, εκμεταλλευτικός εργοδότης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 人使いが荒い
- Παρόν (ευγενικό)
- 人使いが荒いです
- Άρνηση (απλή)
- 人使いが荒くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 人使いが荒くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 人使いが荒かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 人使いが荒かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 人使いが荒くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 人使いが荒くなかったです
- Τε-μορφή
- 人使いが荒くて
- Υποθετική (ば)
- 人使いが荒ければ
- Υποθετική (たら)
- 人使いが荒かったら