ほのめく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αχνοφαίνομαι, τρεμοφέγγω

Κλίση

Παρόν (απλό)
仄めく
Παρόν (ευγενικό)
仄めきます
Άρνηση (απλή)
仄めかない
Άρνηση (ευγενική)
仄めきません
Παρελθόν (απλό)
仄めいた
Παρελθόν (ευγενικό)
仄めきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
仄めかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
仄めきませんでした
Τε-μορφή
仄めいて
Δυνητική
仄めける
Προστακτική
仄めけ
Βουλητική
仄めこう
Υποθετική (ば)
仄めけば