休み
ουσιαστικό | N5 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανάπαυση, ξεκούραση, διάλειμμα, αναστολή
- 02 διακοπές, αργία, απουσία, αναστολή
- 03 νάρκη (ενός μεταξοσκώληκα πριν την έκδυση)
Παραδείγματα
-
今日は休みです。
Σήμερα είναι αργία/ρεπό.
-
午後から仕事が休みなので、ゆっくりします。
Από το απόγευμα έχω ρεπό από τη δουλειά, οπότε θα χαλαρώσω.
-
仕事の合間に適切な休みを取ることは、生産性を高めるだけでなく、心身の健康を保つ上でも不可欠だ。
Το να παίρνουμε τα κατάλληλα διαλείμματα ανάμεσα στη δουλειά δεν είναι απαραίτητο μόνο για να αυξήσουμε την παραγωγικότητα, αλλά και για να διατηρήσουμε τη σωματική και ψυχική μας υγεία.