ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τεντώνω, εκτείνω, επιμηκύνω, εξαπλώνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αποκτώ επιρροή, γίνομαι ισχυρότερος, αυξάνομαι (π.χ. σε εμβέλεια)
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα προχωρώ παραπέρα, επεκτείνω το ταξίδι μου
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα λειαίνω, ξεδιπλώνω, απλώνω (κάτι διπλωμένο)
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα σιδερώνω (ζάρες)
  6. 06 συνήθως γραμμένο με κάνα βγάζω νοκ άουτ, ρίχνω κάτω

Κλίση

Παρόν (απλό)
伸す
Παρόν (ευγενικό)
伸します
Άρνηση (απλή)
伸さない
Άρνηση (ευγενική)
伸しません
Παρελθόν (απλό)
伸した
Παρελθόν (ευγενικό)
伸しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伸さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伸しませんでした
Τε-μορφή
伸して
Δυνητική
伸せる
Προστακτική
伸せ
Βουλητική
伸そう
Υποθετική (ば)
伸せば