nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 伸
伸

Διδάσκεται στο Γυμνάσιο| 7 πινελιές | Ρίζα: 人 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 επεκτείνω, διαστέλλω
  2. 02 τεντώνω, απλώνω
  3. 03 εκτείνω, επεκτείνω
  4. 04 μακραίνω
  5. 05 αυξάνω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

シン

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

の.びる、の.ばす、の.べる、の.す

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 伸びる τεντώνομαι, απλώνομαι, μακραίνω, ψηλώνω, μεγαλώνω (για μαλλιά, ύψος, χορτάρι κ.λπ.)
  • 伸ばす αφήνω να μακρύνει (π.χ. μαλλιά, νύχια), μεγαλώνω
  • 手を伸ばす απλώνω το χέρι μου, φτάνω (για κάτι)
  • 手を差し伸べる τείνω χείρα βοηθείας, προσφέρω βοήθεια, βοηθώ
  • 背伸び στέκομαι στις μύτες των ποδιών τεντώνοντας το σώμα μου για να δείχνω ψηλότερος, τέντωμα του σώματος
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων