ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάπτυξη, εξέλιξη
  2. 02 τέντωμα (του σώματος, π.χ. όταν ξυπνάει κάποιος)
  3. 03 άπλωμα (ικανότητα επάλειψης, π.χ. χρώματος, κρέμας)
  4. 04 επιμήκυνση, επέκταση, διάρκεια (π.χ. ήχου), κράτημα
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα νόμπι, σταθερή επέκταση, παχιά επέκταση