ひろげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τεντώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
伸べ広げる
Παρόν (ευγενικό)
伸べ広げます
Άρνηση (απλή)
伸べ広げない
Άρνηση (ευγενική)
伸べ広げません
Παρελθόν (απλό)
伸べ広げた
Παρελθόν (ευγενικό)
伸べ広げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伸べ広げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伸べ広げませんでした
Τε-μορφή
伸べ広げて
Δυνητική
伸べ広げられる
Προστακτική
伸べ広げろ
Βουλητική
伸べ広げよう
Υποθετική (ば)
伸べ広げれば