Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
伸縮性
しんしゅくせい
伸
伸
しん
縮
しゅく
性
せい
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ελαστικότητα