併せ持つ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνδυάζω, κατέχω ταυτόχρονα δύο πράγματα (π.χ. καλά και κακά σημεία), διαθέτω επίσης κάτι (επιπλέον κάποιου άλλου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 併せ持つ
- Παρόν (ευγενικό)
- 併せ持ちます
- Άρνηση (απλή)
- 併せ持たない
- Άρνηση (ευγενική)
- 併せ持ちません
- Παρελθόν (απλό)
- 併せ持った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 併せ持ちました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 併せ持たなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 併せ持ちませんでした
- Τε-μορφή
- 併せ持って
- Δυνητική
- 併せ持てる
- Προστακτική
- 併せ持て
- Βουλητική
- 併せ持とう
- Υποθετική (ば)
- 併せ持てば
- Υποθετική (たら)
- 併せ持ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 併せ持ちたい
- Απαγορευτική (~な)
- 併せ持つな
- Προστακτική (ευγενική)
- 併せ持ちなさい
- Παθητική
- 併せ持たれる
- Αιτιατική
- 併せ持たせる