あわもちいる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρησιμοποιώ από κοινού, χρησιμοποιώ ταυτόχρονα

Κλίση

Παρόν (απλό)
併せ用いる
Παρόν (ευγενικό)
併せ用います
Άρνηση (απλή)
併せ用いない
Άρνηση (ευγενική)
併せ用いません
Παρελθόν (απλό)
併せ用いた
Παρελθόν (ευγενικό)
併せ用いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
併せ用いなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
併せ用いませんでした
Τε-μορφή
併せ用いて
Δυνητική
併せ用いられる
Προστακτική
併せ用いろ
Βουλητική
併せ用いよう
Υποθετική (ば)
併せ用いれば