併売
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παράλληλη πώληση (π.χ. παλαιών και νέων μοντέλων), πώληση (σχετικών προϊόντων) το ένα δίπλα στο άλλο
- 02 πώληση (του ίδιου προϊόντος) σε παραπάνω από ένα μέρη (π.χ. διαδικτυακά και σε φυσικό κατάστημα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 併売する
- Παρόν (ευγενικό)
- 併売します
- Άρνηση (απλή)
- 併売しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 併売しません
- Παρελθόν (απλό)
- 併売した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 併売しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 併売しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 併売しませんでした
- Τε-μορφή
- 併売して
- Δυνητική
- 併売できる
- Προστακτική
- 併売しろ
- Βουλητική
- 併売しよう
- Υποθετική (ば)
- 併売すれば
- Υποθετική (たら)
- 併売したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 併売したい
- Απαγορευτική (~な)
- 併売するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 併売しなさい
- Παθητική
- 併売される
- Αιτιατική
- 併売させる