併設
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνεγκατάσταση (ιδίως σχολείων διαφορετικών βαθμίδων ή διαφορετικών κύκλων σπουδών), ίδρυση ως παράρτημα (π.χ. σχολείου), παράθεση, τοποθέτηση πλάι πλάι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 併設する
- Παρόν (ευγενικό)
- 併設します
- Άρνηση (απλή)
- 併設しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 併設しません
- Παρελθόν (απλό)
- 併設した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 併設しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 併設しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 併設しませんでした
- Τε-μορφή
- 併設して
- Δυνητική
- 併設できる
- Προστακτική
- 併設しろ
- Βουλητική
- 併設しよう
- Υποθετική (ば)
- 併設すれば
- Υποθετική (たら)
- 併設したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 併設したい
- Απαγορευτική (~な)
- 併設するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 併設しなさい
- Παθητική
- 併設される
- Αιτιατική
- 併設させる