へいせつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνεγκατάσταση (ιδίως σχολείων διαφορετικών βαθμίδων ή διαφορετικών κύκλων σπουδών), ίδρυση ως παράρτημα (π.χ. σχολείου), παράθεση, τοποθέτηση πλάι πλάι

Κλίση

Παρόν (απλό)
併設する
Παρόν (ευγενικό)
併設します
Άρνηση (απλή)
併設しない
Άρνηση (ευγενική)
併設しません
Παρελθόν (απλό)
併設した
Παρελθόν (ευγενικό)
併設しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
併設しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
併設しませんでした
Τε-μορφή
併設して
Δυνητική
併設できる
Προστακτική
併設しろ
Βουλητική
併設しよう
Υποθετική (ば)
併設すれば