使つかたお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαντλώ τη χρήση κάποιου πράγματος μέχρι τέλους, αξιοποιώ στο έπακρο, βγάζω μέχρι και την τελευταία σταγόνα απόδοσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
使い倒す
Παρόν (ευγενικό)
使い倒します
Άρνηση (απλή)
使い倒さない
Άρνηση (ευγενική)
使い倒しません
Παρελθόν (απλό)
使い倒した
Παρελθόν (ευγενικό)
使い倒しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
使い倒さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
使い倒しませんでした
Τε-μορφή
使い倒して
Δυνητική
使い倒せる
Προστακτική
使い倒せ
Βουλητική
使い倒そう
Υποθετική (ば)
使い倒せば