うつぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ふす

  1. 01 ξαπλώνω μπρούμυτα (π.χ. στο έδαφος, παίρνοντας έναν υπνάκο σε γραφείο), πέφτω μπρούμυτα
  2. 02 αρχαϊκό χαμηλώνω (το κεφάλι, το βλέμμα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
俯す
Παρόν (ευγενικό)
俯します
Άρνηση (απλή)
俯さない
Άρνηση (ευγενική)
俯しません
Παρελθόν (απλό)
俯した
Παρελθόν (ευγενικό)
俯しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
俯さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
俯しませんでした
Τε-μορφή
俯して
Δυνητική
俯せる
Προστακτική
俯せ
Βουλητική
俯そう
Υποθετική (ば)
俯せば