nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 俯
俯

10 πινελιές | Ρίζα: 人 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 σκύβω
  2. 02 ξαπλώνω μπρούμυτα

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

フ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

ふ.す、うつむ.く、ふ.せる

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 俯く σκύβω το κεφάλι, κοιτάζω κάτω, χαμηλώνω το βλέμμα
  • 俯瞰 πανοραμική θέαση, θέαση από ψηλά, θέαση από αεροπορική οπτική γωνία, πανοραμική λήψη
  • 俯き κοιτάζοντας προς τα κάτω
  • 俯ける γυρίζω ανάποδα, στρέφω προς τα κάτω
  • 俯す ξαπλώνω μπρούμυτα (π.χ. στο έδαφος, παίρνοντας έναν υπνάκο σε γραφείο), πέφτω μπρούμυτα
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων