せいばす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προάγω την ιδιαιτερότητα, αναπτύσσω τον χαρακτήρα, αναδεικνύω την προσωπικότητα (π.χ. ενός παιδιού)

Κλίση

Παρόν (απλό)
個性を伸ばす
Παρόν (ευγενικό)
個性を伸ばします
Άρνηση (απλή)
個性を伸ばさない
Άρνηση (ευγενική)
個性を伸ばしません
Παρελθόν (απλό)
個性を伸ばした
Παρελθόν (ευγενικό)
個性を伸ばしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
個性を伸ばさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
個性を伸ばしませんでした
Τε-μορφή
個性を伸ばして
Δυνητική
個性を伸ばせる
Προστακτική
個性を伸ばせ
Βουλητική
個性を伸ばそう
Υποθετική (ば)
個性を伸ばせば