停刊
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διακοπή της έκδοσης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 停刊する
- Παρόν (ευγενικό)
- 停刊します
- Άρνηση (απλή)
- 停刊しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 停刊しません
- Παρελθόν (απλό)
- 停刊した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 停刊しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 停刊しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 停刊しませんでした
- Τε-μορφή
- 停刊して
- Δυνητική
- 停刊できる
- Προστακτική
- 停刊しろ
- Βουλητική
- 停刊しよう
- Υποθετική (ば)
- 停刊すれば
- Υποθετική (たら)
- 停刊したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 停刊したい
- Απαγορευτική (~な)
- 停刊するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 停刊しなさい
- Παθητική
- 停刊される
- Αιτιατική
- 停刊させる