ていせん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακωχή, κατάπαυση του πυρός

Κλίση

Παρόν (απλό)
停戦する
Παρόν (ευγενικό)
停戦します
Άρνηση (απλή)
停戦しない
Άρνηση (ευγενική)
停戦しません
Παρελθόν (απλό)
停戦した
Παρελθόν (ευγενικό)
停戦しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
停戦しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
停戦しませんでした
Τε-μορφή
停戦して
Δυνητική
停戦できる
Προστακτική
停戦しろ
Βουλητική
停戦しよう
Υποθετική (ば)
停戦すれば