てい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διακοπή εκπομπής (ραδιοφώνου, τηλεόρασης, τηλεφωνίας κ.λπ.), τερματισμός εκπομπής

Κλίση

Παρόν (απλό)
停波する
Παρόν (ευγενικό)
停波します
Άρνηση (απλή)
停波しない
Άρνηση (ευγενική)
停波しません
Παρελθόν (απλό)
停波した
Παρελθόν (ευγενικό)
停波しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
停波しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
停波しませんでした
Τε-μορφή
停波して
Δυνητική
停波できる
Προστακτική
停波しろ
Βουλητική
停波しよう
Υποθετική (ば)
停波すれば