傾く
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: かぶく
- 01 κλίνω, γέρνω, πλαγιάζω, παλαντζάρω, τείνω προς, έχω την τάση να
- 02 δύω (για ήλιο, φεγγάρι)
- 03 παρακμάζω, φθίνω, μειώνομαι, υποχωρώ
- 04 τείνω (προς), έχω την τάση (να), κλίνω (προς), πείθομαι (για άποψη κ.λπ.), προσχωρώ σε (γνώμη κ.λπ.)
Παραδείγματα
-
電柱が傾いています。
Η κολόνα γέρνει.
-
夕日が西に傾き始めた。
Ο ήλιος που δύει άρχισε να γέρνει προς τα δυτικά.
-
最近の業績不振により、あの老舗レストランも経営が傾きかけているらしい。
Λόγω της πρόσφατης κακής απόδοσης, φαίνεται πως και αυτό το ιστορικό εστιατόριο κινδυνεύει με οικονομική κατάρρευση.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 傾く
- Παρόν (ευγενικό)
- 傾きます
- Άρνηση (απλή)
- 傾かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 傾きません
- Παρελθόν (απλό)
- 傾いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 傾きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 傾かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 傾きませんでした
- Τε-μορφή
- 傾いて
- Δυνητική
- 傾ける
- Προστακτική
- 傾け
- Βουλητική
- 傾こう
- Υποθετική (ば)
- 傾けば
- Υποθετική (たら)
- 傾いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 傾きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 傾くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 傾きなさい
- Παθητική
- 傾かれる
- Αιτιατική
- 傾かせる