傾かぶく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: かたむく

  1. 01 αρχαϊκό γέρνω (ιδιαίτερα για ώριμο στάχυ ρυζιού), κλίνω, πλαγιάζω, ανατρέπομαι
  2. 02 αρχαϊκό συμπεριφέρομαι εκκεντρικά, ντύνομαι παράξενα
  3. 03 αρχαϊκό ερμηνεύω καμπούκι

Παραδείγματα

  • 船ふねが傾かぶく。

    Το πλοίο γέρνει.

  • 彼女かのじょは少すこし傾かぶいた姿勢しせいで座すわっていた。

    Καθόταν με ελαφρώς κεκλιμένη στάση.

  • 昔むかしの役者やくしゃたちは、その時代じだいの流行りゅうこうに逆さからって独特どくとくの装飾そうしょくを施ほどこすなど、人ひとと違ちがった振ふる舞まいをして傾かぶいていたという。

    Λέγεται ότι οι ηθοποιοί του παρελθόντος είχαν εκκεντρικές συμπεριφορές, όπως το να φορούν μοναδικά κοστούμια αντίθετα με τη μόδα της εποχής.