かぶとめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προετοιμάζομαι για μάχη, συγκεντρώνομαι, εστιάζω το μυαλό μου, σφίγγω τα λουριά του κράνους μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
兜の緒を締める
Παρόν (ευγενικό)
兜の緒を締めます
Άρνηση (απλή)
兜の緒を締めない
Άρνηση (ευγενική)
兜の緒を締めません
Παρελθόν (απλό)
兜の緒を締めた
Παρελθόν (ευγενικό)
兜の緒を締めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
兜の緒を締めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
兜の緒を締めませんでした
Τε-μορφή
兜の緒を締めて
Δυνητική
兜の緒を締められる
Προστακτική
兜の緒を締めろ
Βουλητική
兜の緒を締めよう
Υποθετική (ば)
兜の緒を締めれば