nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 兜
兜

Τάξη 9| 11 πινελιές | Ρίζα: 儿 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 κράνος
  2. 02 κάλυμμα κεφαλής

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

トウ、ト

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

かぶと

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 兜 περικεφαλαία (ενός πολεμιστή), κράνος
  • 兜を脱ぐ παραδέχομαι την κατωτερότητά μου, βγάζω το καπέλο σε κάποιον
  • 鉄兜 ατσάλινο κράνος
  • 兜町 Καμπουτότσο (γειτονιά του Νιχονμπάσι, στο Τόκιο, όπου βρίσκεται το Χρηματιστήριο του Τόκιο)
  • 兜巾 τοκίν, μικρό μαύρο κάλυμμα κεφαλής που φορούν οι γιαμαμπούσι
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων