かぶと

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραδέχομαι την κατωτερότητά μου, βγάζω το καπέλο σε κάποιον
  2. 02 τα παρατάω, παραδίδομαι, σηκώνω λευκή σημαία

Κλίση

Παρόν (απλό)
兜を脱ぐ
Παρόν (ευγενικό)
兜を脱ぎます
Άρνηση (απλή)
兜を脱がない
Άρνηση (ευγενική)
兜を脱ぎません
Παρελθόν (απλό)
兜を脱いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
兜を脱ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
兜を脱がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
兜を脱ぎませんでした
Τε-μορφή
兜を脱いで
Δυνητική
兜を脱げる
Προστακτική
兜を脱げ
Βουλητική
兜を脱ごう
Υποθετική (ば)
兜を脱げば