はい

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: いる

  1. 01 εισέρχομαι, μπαίνω, έρχομαι μέσα, πηγαίνω μέσα, φτάνω
  2. 02 γίνομαι μέλος (π.χ. σε σύλλογο, εταιρεία), εισέρχομαι (π.χ. σε πανεπιστήμιο, στρατό), εγγράφομαι, αναλαμβάνω (π.χ. πολιτική), μπαίνω
  3. 03 περιέχεται (σε), περιλαμβάνεται (σε), είναι μέσα (π.χ. σε ένα κουτί), υπάγομαι (σε μια επικεφαλίδα), ανήκω (σε μια κατηγορία)
  4. 04 χωράω (σε δοχείο, κτίριο κ.λπ.), μπορώ να κρατηθώ, μπορώ να φιλοξενηθώ
  5. 05 εισάγομαι, φέρομαι μέσα, εγκαθίσταμαι
  6. 06 γίνομαι δεκτός, αποκτώμαι
  7. 07 πετυχαίνονται (για πόντους), κερδίζονται (για ψήφους)
  8. 08 ανάβω, αρχίζω να λειτουργώ, αρχίζω να δουλεύω
  9. 09 εισέρχομαι (σε μήνα, εποχή κ.λπ.), φτάνω (π.χ. σε αποκορύφωμα), προσεγγίζω (π.χ. το κύριο θέμα), εισέρχομαι (π.χ. σε διαπραγματεύσεις), αρχίζω, ξεκινώ
  10. 10 σχηματίζομαι (για ρωγμή, σχισμή κ.λπ.), αναπτύσσομαι
  11. 11 καταβάλλομαι (για προσπάθεια, πνεύμα, συναίσθημα κ.λπ.), εφαρμόζομαι (π.χ. για δύναμη)
  12. 12 είμαι έτοιμος (για τσάι, καφέ κ.λπ.), φτιάχνομαι
  13. 13 μπαίνω στον οργανισμό (για αλκοόλ), μεθάω

Παραδείγματα

  • 部屋へやはいります

    Μπαίνω στο δωμάτιο.

  • 彼女かのじょ来年らいねん大学だいがくはいります

    Του χρόνου θα μπει στο πανεπιστήμιο.

  • 本題ほんだいはいまえに、いくつかご確認かくにんしたいてんがございます。

    Πριν περάσουμε στο κύριο θέμα, έχω κάποια σημεία που θα ήθελα να επιβεβαιώσουμε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
入る
Παρόν (ευγενικό)
入ります
Άρνηση (απλή)
入らない
Άρνηση (ευγενική)
入りません
Παρελθόν (απλό)
入った
Παρελθόν (ευγενικό)
入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入りませんでした
Τε-μορφή
入って
Δυνητική
入れる
Προστακτική
入れ
Βουλητική
入ろう
Υποθετική (ば)
入れば