ρήμα, επίθημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: はいる

  1. 01 εισέρχομαι, μπαίνω, εισχωρώ
  2. 02 δύω (για τον ήλιο ή τη σελήνη), βυθίζομαι
  3. 03 κατακτώ (νιρβάνα, φώτιση κ.λπ.), επιτυγχάνω, φτάνω (π.χ. σε κορύφωση)
  4. 04 επίθημα ενεργώ πλήρως, ενεργώ έντονα, ενεργώ ειλικρινά, ενεργώ βαθιά, αισθάνομαι έντονα
  5. 05 επίθημα φτάνω πλήρως σε μια κατάσταση

Παραδείγματα

  • 部屋へや

    Μπαίνω στο δωμάτιο.

  • かれはいつも真剣しんけん仕事しごと

    Αυτός πάντα πιάνει τη δουλειά του σοβαρά.

  • 役者やくしゃ役柄やくどころ完全かんぜんみ、観客かんきゃく魅了みりょうした。

    Ο ηθοποιός βυθίστηκε εντελώς στον ρόλο του και μάγεψε το κοινό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
入る
Παρόν (ευγενικό)
入ります
Άρνηση (απλή)
入らない
Άρνηση (ευγενική)
入りません
Παρελθόν (απλό)
入った
Παρελθόν (ευγενικό)
入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入りませんでした
Τε-μορφή
入って
Δυνητική
入れる
Προστακτική
入れ
Βουλητική
入ろう
Υποθετική (ば)
入れば