にゅうもん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι μαθητής (κάποιου), γίνομαι ακόλουθος, εγγράφομαι σε ίδρυμα, ξεκινώ εκπαίδευση
  2. 02 εισαγωγή (σε), αλφαβητάριο, οδηγός
  3. 03 εισοδος από πύλη

Κλίση

Παρόν (απλό)
入門する
Παρόν (ευγενικό)
入門します
Άρνηση (απλή)
入門しない
Άρνηση (ευγενική)
入門しません
Παρελθόν (απλό)
入門した
Παρελθόν (ευγενικό)
入門しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入門しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入門しませんでした
Τε-μορφή
入門して
Δυνητική
入門できる
Προστακτική
入門しろ
Βουλητική
入門しよう
Υποθετική (ば)
入門すれば