こう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δημόσια πρόσκληση (π.χ. για συνεισφορές), δημόσια ανακοίνωση (θέσης), ανοιχτή προκήρυξη
  2. 02 δημόσια προσφορά (τίτλων/μετοχών)

Κλίση

Παρόν (απλό)
公募する
Παρόν (ευγενικό)
公募します
Άρνηση (απλή)
公募しない
Άρνηση (ευγενική)
公募しません
Παρελθόν (απλό)
公募した
Παρελθόν (ευγενικό)
公募しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
公募しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
公募しませんでした
Τε-μορφή
公募して
Δυνητική
公募できる
Προστακτική
公募しろ
Βουλητική
公募しよう
Υποθετική (ば)
公募すれば