再審
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επαναληπτική δίκη, αναψηλάφηση δίκης
- 02 επανεξέταση, αναθεώρηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 再審する
- Παρόν (ευγενικό)
- 再審します
- Άρνηση (απλή)
- 再審しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 再審しません
- Παρελθόν (απλό)
- 再審した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 再審しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 再審しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 再審しませんでした
- Τε-μορφή
- 再審して
- Δυνητική
- 再審できる
- Προστακτική
- 再審しろ
- Βουλητική
- 再審しよう
- Υποθετική (ば)
- 再審すれば
- Υποθετική (たら)
- 再審したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 再審したい
- Απαγορευτική (~な)
- 再審するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 再審しなさい
- Παθητική
- 再審される
- Αιτιατική
- 再審させる