こご

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: こる , しこる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πήζω, ζελατινοποιούμαι, στερεοποιούμαι, παγώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
凝る
Παρόν (ευγενικό)
凝ります
Άρνηση (απλή)
凝らない
Άρνηση (ευγενική)
凝りません
Παρελθόν (απλό)
凝った
Παρελθόν (ευγενικό)
凝りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
凝らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
凝りませんでした
Τε-μορφή
凝って
Δυνητική
凝れる
Προστακτική
凝れ
Βουλητική
凝ろう
Υποθετική (ば)
凝れば