きょうだんたおれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πέφτω νεκρός από σφαίρα δολοφόνου

Κλίση

Παρόν (απλό)
凶弾に倒れる
Παρόν (ευγενικό)
凶弾に倒れます
Άρνηση (απλή)
凶弾に倒れない
Άρνηση (ευγενική)
凶弾に倒れません
Παρελθόν (απλό)
凶弾に倒れた
Παρελθόν (ευγενικό)
凶弾に倒れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
凶弾に倒れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
凶弾に倒れませんでした
Τε-μορφή
凶弾に倒れて
Δυνητική
凶弾に倒れられる
Προστακτική
凶弾に倒れろ
Βουλητική
凶弾に倒れよう
Υποθετική (ば)
凶弾に倒れれば