すぎる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προεξέχω υπερβολικά, εξέχω πάρα πολύ, είμαι πολύ δυνατό (π.χ. για το τσάι)
  2. 02 γίνομαι πολύ προκλητικός, είμαι υπερβολικά διεκδικητικός, είμαι πιεστικός, παρεμβαίνω αδιάκριτα

Κλίση

Παρόν (απλό)
出すぎる
Παρόν (ευγενικό)
出すぎます
Άρνηση (απλή)
出すぎない
Άρνηση (ευγενική)
出すぎません
Παρελθόν (απλό)
出すぎた
Παρελθόν (ευγενικό)
出すぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
出すぎなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
出すぎませんでした
Τε-μορφή
出すぎて
Δυνητική
出すぎられる
Προστακτική
出すぎろ
Βουλητική
出すぎよう
Υποθετική (ば)
出すぎれば