出会い
ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνάντηση, ραντεβού
- 02 πρώτη γνωριμία, τυχαία συνάντηση
- 03 ειδικά ως 出合い, 出合 συμβολή (ποταμών, ρευμάτων)
Παραδείγματα
-
彼との出会いは良かった。
Η συνάντησή μου μαζί του ήταν καλή.
-
新しい出会いがたくさんありました。
Είχα πολλές νέες γνωριμίες.
-
あの人との出会いが、私の人生を変えるきっかけとなりました。
Η γνωριμία μου με εκείνο το άτομο ήταν η αφορμή που άλλαξε τη ζωή μου.