刺ささる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπήγομαι, καρφώνομαι, τρυπιέμαι, σφηνώνομαι, κολλάω
  2. 02 συγκινούμαι, αγγίζομαι (συναισθηματικά)

Παραδείγματα

  • 指ゆびにとげが刺ささった。

    Ένα αγκάθι μου κάρφωσε στο δάχτυλο.

  • 魚さかなの骨ほねが喉のどに刺ささった。

    Μου στάθηκε ένα κόκαλο ψαριού στον λαιμό.

  • 彼かれの言葉ことばが胸むねに深ふかく刺ささった。

    Τα λόγια του με άγγιξαν βαθιά στην καρδιά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
刺さる
Παρόν (ευγενικό)
刺さります
Άρνηση (απλή)
刺さらない
Άρνηση (ευγενική)
刺さりません
Παρελθόν (απλό)
刺さった
Παρελθόν (ευγενικό)
刺さりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
刺さらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
刺さりませんでした
Τε-μορφή
刺さって
Δυνητική
刺される
Προστακτική
刺され
Βουλητική
刺さろう
Υποθετική (ば)
刺されば