はつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: けずる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αποξέω (κυρίως σκυρόδεμα)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κρατώ ποσοστό, παίρνω προμήθεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
削る
Παρόν (ευγενικό)
削ります
Άρνηση (απλή)
削らない
Άρνηση (ευγενική)
削りません
Παρελθόν (απλό)
削った
Παρελθόν (ευγενικό)
削りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
削らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
削りませんでした
Τε-μορφή
削って
Δυνητική
削れる
Προστακτική
削れ
Βουλητική
削ろう
Υποθετική (ば)
削れば