剥がれ落ちる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξεφλουδίζω και πέφτω, ξεφλουδίζω και αποκολλώμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 剥がれ落ちる
- Παρόν (ευγενικό)
- 剥がれ落ちます
- Άρνηση (απλή)
- 剥がれ落ちない
- Άρνηση (ευγενική)
- 剥がれ落ちません
- Παρελθόν (απλό)
- 剥がれ落ちた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 剥がれ落ちました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 剥がれ落ちなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 剥がれ落ちませんでした
- Τε-μορφή
- 剥がれ落ちて
- Δυνητική
- 剥がれ落ちられる
- Προστακτική
- 剥がれ落ちろ
- Βουλητική
- 剥がれ落ちよう
- Υποθετική (ば)
- 剥がれ落ちれば
- Υποθετική (たら)
- 剥がれ落ちたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 剥がれ落ちたい
- Απαγορευτική (~な)
- 剥がれ落ちるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 剥がれ落ちなさい
- Παθητική
- 剥がれ落ちられる
- Αιτιατική
- 剥がれ落ちさせる