ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεσκίζω, απογυμνώνω, αφαιρώ, ξύνω
  2. 02 ληστεύω (κάποιον) αφαιρώντας τα ρούχα του, στερώ (κάποιον) από εξουσίες, αξιώματα κ.λπ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
剥ぎ取る
Παρόν (ευγενικό)
剥ぎ取ります
Άρνηση (απλή)
剥ぎ取らない
Άρνηση (ευγενική)
剥ぎ取りません
Παρελθόν (απλό)
剥ぎ取った
Παρελθόν (ευγενικό)
剥ぎ取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
剥ぎ取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
剥ぎ取りませんでした
Τε-μορφή
剥ぎ取って
Δυνητική
剥ぎ取れる
Προστακτική
剥ぎ取れ
Βουλητική
剥ぎ取ろう
Υποθετική (ば)
剥ぎ取れば