ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεφλουδίζω, γδέρνω, καθαρίζω, απογυμνώνω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεγυμνώνω (δόντια, χαυλιόδοντες), ανοίγω διάπλατα (μάτια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
剥く
Παρόν (ευγενικό)
剥きます
Άρνηση (απλή)
剥かない
Άρνηση (ευγενική)
剥きません
Παρελθόν (απλό)
剥いた
Παρελθόν (ευγενικό)
剥きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
剥かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
剥きませんでした
Τε-μορφή
剥いて
Δυνητική
剥ける
Προστακτική
剥け
Βουλητική
剥こう
Υποθετική (ば)
剥けば