剥れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μουτρώνω, κατσουφιάζω, θυμώνω, παρεξηγούμαι, δυσαρεστούμαι
- 02 ξεφλουδίζω, ξεφλουδίζομαι, αποκολλώμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 剥れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 剥れます
- Άρνηση (απλή)
- 剥れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 剥れません
- Παρελθόν (απλό)
- 剥れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 剥れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 剥れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 剥れませんでした
- Τε-μορφή
- 剥れて
- Δυνητική
- 剥れられる
- Προστακτική
- 剥れろ
- Βουλητική
- 剥れよう
- Υποθετική (ば)
- 剥れれば
- Υποθετική (たら)
- 剥れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 剥れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 剥れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 剥れなさい
- Παθητική
- 剥れられる
- Αιτιατική
- 剥れさせる