ごんぎょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θρησκευτική τελετή

Κλίση

Παρόν (απλό)
勤行する
Παρόν (ευγενικό)
勤行します
Άρνηση (απλή)
勤行しない
Άρνηση (ευγενική)
勤行しません
Παρελθόν (απλό)
勤行した
Παρελθόν (ευγενικό)
勤行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
勤行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
勤行しませんでした
Τε-μορφή
勤行して
Δυνητική
勤行できる
Προστακτική
勤行しろ
Βουλητική
勤行しよう
Υποθετική (ば)
勤行すれば