けのかわ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ξεσκεπάζω (την πραγματική φύση κάποιου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
化けの皮を剥ぐ
Παρόν (ευγενικό)
化けの皮を剥ぎます
Άρνηση (απλή)
化けの皮を剥がない
Άρνηση (ευγενική)
化けの皮を剥ぎません
Παρελθόν (απλό)
化けの皮を剥いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
化けの皮を剥ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
化けの皮を剥がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
化けの皮を剥ぎませんでした
Τε-μορφή
化けの皮を剥いで
Δυνητική
化けの皮を剥げる
Προστακτική
化けの皮を剥げ
Βουλητική
化けの皮を剥ごう
Υποθετική (ば)
化けの皮を剥げば