化現
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φανέρωση σε σωματική μορφή (θεότητας ή Βούδα), ενσάρκωση, άβαταρ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 化現する
- Παρόν (ευγενικό)
- 化現します
- Άρνηση (απλή)
- 化現しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 化現しません
- Παρελθόν (απλό)
- 化現した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 化現しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 化現しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 化現しませんでした
- Τε-μορφή
- 化現して
- Δυνητική
- 化現できる
- Προστακτική
- 化現しろ
- Βουλητική
- 化現しよう
- Υποθετική (ば)
- 化現すれば
- Υποθετική (たら)
- 化現したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 化現したい
- Απαγορευτική (~な)
- 化現するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 化現しなさい
- Παθητική
- 化現される
- Αιτιατική
- 化現させる