去さる

ρήμα, άλλο | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φεύγω, αναχωρώ
  2. 02 περνάω
  3. 03 απέχω, βρίσκομαι μακριά
  4. 04 διώχνω, αποπέμπω, χωρίζω
  5. 05 εντελώς, πλήρως
  6. 06 προηγούμενος, περασμένος

Παραδείγματα

  • 彼かれは去さった。

    Έφυγε.

  • 夏なつが去さり、秋あきが来きた。

    Το καλοκαίρι πέρασε και ήρθε το φθινόπωρο.

  • 故郷こきょうを去さり、新あたらしい土地とちで夢ゆめを追おうと決心けっしんした。

    Αποφάσισε να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να κυνηγήσει τα όνειρά του σε έναν καινούργιο τόπο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
去る
Παρόν (ευγενικό)
去ります
Άρνηση (απλή)
去らない
Άρνηση (ευγενική)
去りません
Παρελθόν (απλό)
去った
Παρελθόν (ευγενικό)
去りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
去らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
去りませんでした
Τε-μορφή
去って
Δυνητική
去れる
Προστακτική
去れ
Βουλητική
去ろう
Υποθετική (ば)
去れば